Έστω, λοιπόν, ότι καταφέρνουμε να απενοχοποιήσουμε το σωματικό λίπος, αποδεχόμενοι ότι ορισμένες ποσότητες αυτού μπορούν να συμβάλλουν στην καλή υγεία και ευεξία του οργανισμού μας.

Και έστω ότι θεωρούμε πως αυτή η προσέγγιση αντιπροσωπεύει ένα νέο και πιο υγιή τρόπο να αντιλαμβανόμαστε πλέον το σωματικό λίπος.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by Mik Zazon (@mikzazon)

Έχοντας ξεκαθαρίσει ότι το λίπος από μόνο του δεν αρκεί για να βλάψει την υγεία μας, ας ρίξουμε μια ματιά στους δύο παράγοντες που καθορίζουν τον τελικό αντίκτυπο του λίπους στον οργανισμό μας – την ποσότητα του αποθηκευμένου λίπους και την κατανομή αυτού στο σώμα μας.

 Πώς αποθηκεύεται το λίπος στο σώμα

Όταν τρώμε, τα κύρια συστατικά της τροφής -πρωτεΐνες, υδατάνθρακες και διαιτητικό λίπος- διασπώνται και μεταβολίζονται ως επί το πλείστον ως ενέργεια για να τροφοδοτήσουν τις βασικές βιολογικές διεργασίες που μας κρατούν ζωντανούς και δραστήριους. Τυχόν αχρησιμοποίητα καύσιμα αποθηκεύονται ως λιπίδια (λιπαρά μόρια) στα λιποκύτταρα, σε όλο το σώμα. Η ποσότητα αυτού του αποθηκευμένου καυσίμου, καθορίζει πόσο αυξάνονται τα λιποκύτταρα, τα οποία μπορούν να αυξηθούν σε μέγεθος ή να συρρικνωθούν  έως και 50 φορές.

Φτάνοντας στην ενηλικίωση, ο αριθμός τον λιποκυττάρων παραμένει λίγο πολύ ο ίδιος, ενώ δεν μπορούμε να ελέγξουμε το πού αποθηκεύει το σώμα μας το λίπος. «Παράγοντες όπως ο σωματότυπος, η ηλικία, οι ορμόνες και η γενετική προδιάθεση καθορίζουν πού καταλήγει το περιττό λίπος», λέει η Δρ Caroline Apovian, συνδιευθύντρια του Κέντρου Διαχείρισης Βάρους και Ευεξίας στο νοσοκομείο Brigham and Women’s Hospital του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.

Το αποθηκευμένο λίπος από μόνο του δεν είναι κακό. Το σώμα χρειάζεται τα αποθέματα λίπους για ενέργεια έκτακτης ανάγκης, καθώς και για την προστασία των ζωτικών οργάνων. Τα λιποκύτταρα απελευθερώνουν επίσης λεπτίνη, μια ορμόνη που δρα στον εγκέφαλο για να μειώσει…